ἔγκοτος

ἔγκοτος
ἔγκοτ-ος, ον,
A bearing a grudge, spiteful, malignant,

στύγος A.Ch.392

(lyr.); of the Erinyes, ib.924,1054;

φθόνος AP7.40

(Diod.). Adv. -τως

, ἔχειν Ph.2.520

.
II Subst. ἔγκοτος, , grudge,

ἔγκοτον ἔχειν τινί Hdt.3.59

, 9.110; τινός for a thing,
Id.8.29;

διά τι Id.6.73

, cf. 133; also ἔγκοτον, τό, D.H.9.7.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • έγκοτος — ἔγκοτος, ον (Α) 1. οργισμένος, θυμωμένος 2. το αρσ. ως ουσ. ὁ ἔγκοτος οργή, μίσος …   Dictionary of Greek

  • ἔγκοτος — bearing a grudge masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκότως — ἔγκοτος bearing a grudge adverbial ἔγκοτος bearing a grudge masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγκοτον — ἔγκοτος bearing a grudge masc/fem acc sg ἔγκοτος bearing a grudge neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκότους — ἔγκοτος bearing a grudge masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκότῳ — ἔγκοτος bearing a grudge masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγκοτοι — ἔγκοτος bearing a grudge masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κότος — κότος, ὁ (Α) διαρκής οργή, έχθρα, μίσος, μνησικακία («ὅ τοι κότον ἔνθετο θυμῷ», Ομ. Οδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η λ. ανάγεται πιθ. σε θέμα κοτεσ ουδ. ουσ. (*κότος, το), πρβλ. κοτέσ σασθαι (αόρ. τού κοτέω), οπότε συνδέεται με κελτικές και… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”